User login

Navigation

Global IMC Network

Στο ηφαίστειο του Αίμου πριν την επόμενη έκρηξη (Δ μέρος)

Προδημοσίευση αποσπασμάτων μπροσούρας για τα Βαλκάνια: Στο Ηφαίστειο του Αίμου πριν την επόμενη έκρηξη

Το κείμενο της μπροσούρας, σε μια εποχή που η ρευστότητα είναι ο μοναδικός κανόνας για την ευρύτερη περιοχή, ήταν βάση για μια από τις εισηγήσεις σε εκδήλωση για τα Βαλκάνια, στη διεθνή διοργάνωση αναρχικών συλλογικοτήτων με την ονομασία «3 γέφυρες», το φθινόπωρο του 2015. Οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν, οι προσθήκες και οι διορθώσεις δεν άγγιξαν καθόλου τον πυρήνα του σκεπτικού που αναπτύχθηκε ενοχλητικά στην εκδήλωση.

Η άνοδος του εθνικισμού-αλυτρωτισμού
«Ξέρεις, τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις»
Γιώργος Σεφέρης
Η άνοδος του εθνικισμού στα Βαλκάνια από την εποχή που τα καθεστώτα του κρατικού σοσιαλισμού ήρθαν σε μια σοβαρή κρίση εμφανίστηκε ως ο αγώνας για την απελευθέρωση εθνικών εδαφών σε συνδυασμό ενίοτε με μια μισαλλόδοξη αντίληψη για τη θρησκευτική πίστη, η οποία σε όλες σχεδόν τις χώρες περιορίστηκε συστηματικά ή διώχθηκε όπως στην Αλβανία. Από τις πρώτη κιόλας περίοδο σχηματίστηκαν παρατάξεις που αντλούσαν από το παρελθόν των βαλκανικών πολέμων αλλά και από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εμπνεόμενες από τις παρατάξεις της αντίστασης αλλά και των συνεργατών της κατοχής. Αυτή η κοσμογονία κίνησε το ενδιαφέρον των διεθνών οργανισμών, που έμειναν χωρίς αντίπαλο στο παγκόσμιο γήπεδο, μιας και τα Βαλκάνια για τους ιμπεριαλιστές δεν ήταν παρά ένας χώρος χρήσιμος για την στρατιωτική και οικονομική τους επέκταση. Ο στόχος αυτής της νέας επέκτασης δεν αφορούσε μόνο την ένταξή τους στην παγκόσμια αγορά και στη δυτική στρατιωτική συμμαχία αν αυτές παρέμεναν ως είχαν και ειδικά η Γιουγκοσλαβία, μια μεγάλη και ανεπτυγμένη χώρα θα μπορούσε να έχει ισχυρά χαρτιά στη διαπραγμάτευση αυτή. Η διάλυση των Βαλκανίων σε μικρότερες χώρες έγινε μονόδρομος χρησιμοποιώντας αρχετυπικούς εθνικισμούς για το νέο διαίρει και βασίλευε. Οι μεγαλοϊδεατισμοί βασισμένοι ταυτοχρόνως σε πραγματικά γεγονότα αλλά και σε παραμορφωτικούς εθνικοθρησκευτικούς καθρέφτες, λειτούργησαν σε κάθε χώρα διαφορετικά. Αντίστοιχης και κρίσιμης σημασίας ήταν οι επιρροές της Ρωσίας στα Βαλκάνια στη βάση κοινής φυλετικής καταγωγής και του θρησκεύματος επιδιώκοντας να παραμείνει ευρωπαϊκή δύναμη. Η νεοθωμανική Τουρκία από την πλευρά της ως ενδιάμεσος ηγεμονικός πόλος στην περιοχή υποδαύλισε πότε την τουρκική πότε την ισλαμική της επικράτεια στα Βαλκάνια. Έτσι δημιουργήθηκαν συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις.
Τα καθεστώτα τα οποία κατέρρευσαν ήταν υπεύθυνα για αυτήν την εξέλιξη παρ’ όλο που οι καταστατικές τους διακηρύξεις ήταν βασισμένες στην ιστορική αντίσταση κατά του ναζισμού και του φασισμού: 1)Οι νέες συνοχές της «ταξικής πάλης», της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού», του «παραγωγικού ζενίθ», που υποχρεωτικά άλεσαν κι άπλωσαν σε έναν ενιαίο καμβά, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές και επέφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα από το στόχο της καταπολέμησης των διαφορών. Δημιούργησαν έναν ανθρωπολογικό τύπο που από τη μια εκφραζόταν διαφορετικά στον οικείο του χώρο, με τον τρόμο ότι θα μπορούσε να προκαλέσει την Υπηρεσία Ασφάλειας κι από την άλλη υποχρεωτικά εκφραζόταν με τη γλώσσα που επέβαλε η κρατική εξουσία. Έτσι, η έλλειψη ελευθερίας της εθνικής και θρησκευτικής ιδιαιτερότητας η οποία αν εκδηλωνόταν θα είχε βαρύτατες συνέπειες λόγω της σύνδεσής της με ιστορικές «αντιδραστικές» και «μοναρχοφασιστικές» αντιλήψεις, διάνοιξε περισσότερο το χάσμα των εθνικών και θρησκευτικών διαφορών. Αυτές όμως επιβίωναν ωστόσο, ενώ ο δημόσιος διάλογος για τις διαφορές ήταν περιττός ή απαγορευμένος, λόγω της άνωθεν επιβολής αφηγήσεων. Εξ άλλου οι διεθνικές συγκατοικήσεις είχαν τη «βιτρίνα» τους στις αστικές περιοχές (π.χ. Σαράγεβο Βοσνίας) όπου δόθηκε ένα ιδιαίτερο βάρος, ενώ στις επαρχίες η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική και πιο εθνικά συγκροτημένη. Έτσι, ιδιαιτέρως, περιοχές όπως στην Κροατία, στην Ρουμανία, στη Βουλγαρία οι οποίες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές στον 2ο ΠΠ, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα σχημάτισαν φασιστικά, ρατσιστικά, εθνικιστικά κόμματα. Όμως και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, ο εθνικισμός ως απελευθέρωση αλύτρωτων εθνικών εδαφών έφτασε να γίνει πράξη, να γίνει κείμενο στο ίδιο το σύνταγμα χώρας ή να γίνει επίσημη αφήγηση σε σχολικά εγχειρίδια. 2)Η εμφύσηση της νέας συνοχής απέναντι στον «εσωτερικό» και στον «εξωτερικό» εχθρό ενίσχυσε αυτόν τον ανθρωπολογικό τύπο με στοιχεία μιας διαρκούς εχθρότητας και αδιαλλαξίας σε σχέση με την ιδέα που οφείλει να παλέψει. Όταν τα καθεστώτα κατέρρευσαν ο ίδιος φανατισμός των 50 χρόνων μεταλαμπαδεύτηκε σε άλλες χωριστικές, αναθεωρητικές ιδέες βασισμένες στη θρησκεία και στην αφήγηση για το ξεχωριστό έθνος. 3)Τα καθεστώτα αυτά ήταν προσωποπαγή και προϋπέθεταν ή υποχρέωναν στη λατρεία του ηγέτη. Όταν εκφυλίστηκαν, οι άνθρωποι συνηθισμένοι στη λατρεία του ηγέτη, μεταβίβασαν σε διάφορες καρικατούρες ηγετών την εμπιστοσύνη τους. Η συνήθης κατάληξη των εθνικιστικών, ρατσιστικών ή φασιστικών ιδεών ή διάφοροι συνδυασμοί τους, δεν ήταν παρά η σταδιακή υιοθέτησή τους από το σύνολο των εθνικά αντίστοιχων παραγόντων του πολιτικού συστήματος είτε περιστασιακά και ευκαιριακά, είτε συντεταγμένα. Έτσι, οι εθνικές και οι θρησκευτικές κοινότητες, στις κοινωνίες που συγκατοικούσαν όπως στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, καταπιεσμένες όλη αυτήν την περίοδο από την υποχρεωτική ιδεολογία των παλιών καθεστώτων, όπως και οι καταπιεσμένες εθνικές μειονότητες σε άλλες χώρες, χρησιμοποιήθηκαν ως όπλο εθνικών εντάσεων.
Στην Αλβανία η επαναφορά του τσάμικου ζητήματος, των διεκδικήσεων εδαφών σε 3 χώρες (Ελλάδα, Σερβία, πΓΔΜ) μαζί με το Κόσοβο, σε συνδυασμό με την απόλυτη αναθεώρηση ιστορικών ζητημάτων (αποκατάσταση του συνεργαζόμενου με τους κατακτητές Μπαλί Κομπεντάρ), η ανάπτυξη στρατηγικής περιορισμού της ελληνικής μειονότητας με πρόσφατο πεδίο την καταπάτηση περιουσιών στη Χιμάρα, ξεκίνησαν ήδη από την περίοδο που ο Μπερίσα ανέλαβε την εξουσία. Στη συνέχεια ολοκληρώθηκε αυτή η αντίληψη την περίοδο του Φάτος Νάνο στην εξουσία, ενώ σε διαφορετικές περιόδους οι τόνοι έπεφταν αναλόγως και ιδιαίτερα από την περίοδο του ελληνικού εκσυγχρονισμού μέχρι την κρίση. Μέσα σε αυτήν εκδηλώθηκαν πολιτικές δυνάμεις όπως τα κόμματα των τσάμηδων και των μπαλιστών, η «ερυθρόμαυρη συμμαχία» ή «Κίνημα για Ενωμένη Αλβανία» τα οποία εμποτίζουν το πολιτικό σύστημα. Το ίδιο έχει προβεί σε ενέργειες για το «Πεδεμόντιο» της Αλβανίας όπως η αλβανική πλατφόρμα του 1998 διατυπωμένη από την Ακαδημία Επιστημών στα Τίρανα που αποτελεί τη θεωρητική βάση της ενσωμάτωσης των «Αλβανιών». Επιπρόσθετα η υπόθεση εγχάραξη της ελληνοαλβανικής ΑΟΖ αποτελεί ένα επιπλέον αγκάθι.
Από την άλλη μετά την πτώση του καθεστώτος το 1991 παλαιότερες εξωθεσμικές προσπάθειες στην Ελλάδα απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη σημασία και έφτασαν μέχρι και στη δράση της ΜΑΒΗ η οποία με το όνομα ιστορικής οργάνωσης προέβη σε εισβολή, κλοπή όπλων και δολοφονία δυο αλβανών στρατιωτών του φυλακίου της Επισκοπής το 1994. Οι έλληνες της Αλβανίας που αριθμούνται από ανεπίσημες πηγές σε 100.000-350.000 στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι μετανάστες στην Ελλάδα. Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα με επίσημη γραμμή σεβασμού των υπαρχόντων συνόρων από το 1922 κρατά μια γραμμή κατ’ όνομα υπεράσπισης της μειονότητας και της ορθοδοξίας, όπως και προσφυγής στη διεθνή νομιμότητα για το ζήτημα της ελληνοαλβανικής ΑΟΖ. Η Χρυσή Αβγή έκανε την εμφάνισή της τα τελευταία χρόνια στα μνημόσυνα πεσόντων του ελληνοϊταλικού πολέμου, στο μνημόσυνο του Αριστοτέλη Γκούμα που δολοφονήθηκε στη Χιμάρα από αλβανούς εθνικιστές και διαπιστώθηκε μια επιρροή στα ελληνικά χωριά του Βούρκου της περιφέρειας των Αγίων Σαράντα. Μια τελευταία συνεργασία των δυο κρατών για την εξεύρεση οστών των ελλήνων φαντάρων του 1940-41 στα βουνά του αλβανικού νότου και της δημιουργίας νεκροταφείου δυναμιτίζεται από την προώθηση του τσάμικου ζητήματος από το κόμμα PDIU διαδηλώνει εναντίον αυτής της πράξης αποκατάστασης.
Ο αλβανικός εθνικισμός ερασιτεχνών και επαγγελματιών συνδέθηκε με το κίνημα «Αυτοδιάθεση» του Κοσόβου και ήταν καταλύτης και για την προετοιμασία γεγονότων όπως στο Κουμάνοβο το 2015 όπου συγκρούστηκαν οι ένοπλες δυνάμεις της πΓΔΜ με οπλοφόρους του UCK. Τα πράγματα βέβαια χρονολογούνται από το 1968 που ξεκίνησαν οι διαμαρτυρίες των αλβανών. Το 1974 δόθηκε η αυτονομία στο πλαίσιο της Ομοσπονδίας, κατόπιν το 1989 άρθηκε από τον εθνικιστή Μιλόσεβιτς με τη χαρακτηριστική του ομιλία για τα 600 χρόνια από την ήττα των σέρβων στο Κοσσυφοπέδιο με τη ρήση: «κανένας Σέρβος δεν θα υποστεί ξανά εξευτελισμό σε αυτήν εδώ τη γη», δίνοντας το σύνθημα για τη μεγάλη σερβική ιδέα. Η αντίδραση των αλβανών του Κοσόβου το 1991 απέναντι στην καταστολή από τον εναπομείναντα γιουγκοσλαβικό στρατό ήταν η κήρυξη της ανεξαρτησίας και η αναγνώρισή της από το αλβανικό κράτος κάτω από την υποστήριξη της δυτικής συμμαχίας, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά τον κανόνα που αφορά την εξάρτηση ως το αντίδοτο απέναντι στις απειλές. Το 1996 δημιουργήθηκε ο UCK και ξεκίνησε ένας πόλεμος χρηματοδοτημένος από τις ΗΠΑ και εμμέσως από την αλβανική κυβέρνηση. Ο ίδιος ο Μπερίσα προέβη πέρσι σε ομολογία για τον εξοπλισμό των κοσοβάρων από μυστική οργάνωση του κόμματός του.
Στο Κοσσυφοπέδιο υπήρξε απηνής διωγμός της σερβικής μειονότητας κι από την άλλη η καταστολή από πλευράς κυβέρνησης Μιλόσεβιτς που θεωρούσε το έδαφος του Κοσόβου σερβικό. Μετά την απόρριψη εκ μέρους των σέρβων της συμφωνίας Ραμπουγιέ και της σκηνοθεσίας σκηνών εθνοκάθαρσης στο Ράτσακ, οι βομβαρδισμοί από πλευράς του ΝΑΤΟ το 1999 έδωσαν την «τελική» λύση της επόμενης συμφωνίας για την απόσυρση των στρατευμάτων και της αναγνώρισης του Κοσόβου ως αυτόνομης περιοχής της Σερβίας σύμφωνα με το ψήφισμα 1244 του ΟΗΕ. Από τότε και μετά ο UCK έγινε ο επίσημος στρατός του Κοσόβου όπου και έδρασε στις αλβανικές περιοχές της πΓΔΜ στον πόλεμο το 2001, πόλεμος που έληξε την ίδια χρονιά με τη συμφωνία της Αχρίδας. Παρόλα αυτά και το 2007 όπως και το χειμώνα του 2015 υπήρξαν συγκρούσεις μελών του εν λόγω στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις της κυβέρνησης. Οι ίδιες δυνάμεις έχουν πολλές πολιτικές επιρροές και στη Νότια Σερβία όπου κατοικεί μια αξιόλογη σε αριθμό αλβανική μειονότητα που εμφανίστηκε στην πάνδημη υποδοχή του Έντι Ράμα ως ηγέτη τους, μετά το ποδοσφαιρικό ματς και τη συνάντηση με τον πρόεδρο της Σερβίας, Βούτσιτς. Σήμερα οι τοπικές αυτοδιοικήσεις της αλβανικής μειονότητας στη Νότια Σερβία διεκδικούν με πολιτικό λόγο την αυτονομία της περιοχής, σύμφωνα με την κλιμάκωση που προϋποθέτει η «αλβανική πλατφόρμα». Τελευταία, η δρομολόγηση αμαξοστοιχίας από τη Σερβία προς το Κόσοβο με την αναγραφή σ’ αυτήν «Το Κοσσυφοπέδιο είναι Σερβία», η δολοφονία ενός σερβοκοσοβάρου πολιτικού ηγέτη, η προσπάθεια ανέγερσης τείχους στη Μιτρόβοτσα καθώς και η διελκυστίνδα για τη διατήρηση της ορθόδοξης κληρονομιάς μοναστηριών και βακουφιών είναι τα αγκάθια για το ζήτημα της συνέχισης αυτής της αμφίρροπης πάλης. Σε γενικές γραμμές ο αλβανικός εθνικισμός χρησιμοποιείται άμεσα από τις ΗΠΑ με κυρίαρχο το ζήτημα του Κοσόβου και με στόχο το διαμελισμό των Βαλκανίων. Η «μεγάλη Αλβανία» είναι μακριά από την αμερικανική και ευρωπαϊκή στρατηγική καθότι αυτές εμποδίζουν τη δημιουργία ισχυρών κρατών που θα μπορούσαν να σταθούν επικίνδυνα για τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Στην κίνηση αυτή η ΕΕ και ο ΟΗΕ ακολουθούν αυτήν την πολιτική προτείνοντας τα «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης» και κρατώντας τις ίσες αποστάσεις ανάμεσα στα μέρη. Καθοριστικό ρόλο παίζει η επέκταση της φτώχειας η οποία υποδαυλίζει τους πιο καταπιεσμένους κατοίκους που είναι συνήθως οι μειονότητες ενώ ο αλυτρωτισμός που εκφράζουν είναι συνδεμένος με την απόκτηση προνομιακής σχέση με την ΕΕ η οποία απαιτεί μέτρα που εντείνουν τη φτώχεια. Η τραγική πορεία δεκάδων χιλιάδων κοσοβάρων μεταναστών το 2015 προς τα σύνορα της «μισητής» Σερβίας για την έξοδό τους προς τις χώρες της ΕΕ διαμηνύουν ένα ενδεχόμενο που τονίζουν αναλυτές για την περίπτωση ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου. Ο σημερινός πρωθυπουργό του Κοσόβου είναι καταζητούμενος ως εγκληματίας πολέμου, Ραμούς Χαραντινάι.
Στην πΓΔΜ ξεκίνησε να χρησιμοποιείται, ως εθνικός, ο γεωγραφικός προσδιορισμός «Μακεδονία» από την έναρξη της ανεξαρτησίας της καθότι είναι σε τμήμα εδάφους της ιστορικής Μακεδονίας. Η ιστορική ΕΜΕΟ (VMRO) έδωσε τα αρχικά της στο μέχρι προσφάτως κυβερνών κόμμα το οποίο επέδειξε σαφώς αλυτρωτικές τάσεις ενώ οι ακαδημίες ιστορίας και οι πολιτιστικοί οργανισμοί στοιχήθηκαν με βάση της παλιότερες σλαβικές αφηγήσεις για τη διεκδίκηση της Μακεδονίας μέχρι το Αιγαίο καθώς και τμήμα της Βουλγαρίας. Μικρότεροι εθνικιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν αφού σύσσωμο το πολιτικό σύστημα ομονοεί στην ανάδειξη της χώρας ως κέντρο του «μακεδονικού ζητήματος». Έτσι τα δυο μεγάλα πολιτικά κόμματα συμφωνούν στο ζήτημα της ονομασίας και συναινούν παρά τη μεγάλη αντιπαλότητά τους στην καταπίεση της αλβανικής μειονότητας και της παραβίασης των όρων της Οχρίδας. Τον τελευταίο, όμως, καιρό και μετά την σοβαρότατη πολιτική κρίση με θέματα διαφθοράς και αυταρχισμού, το σοσιαλιστικό κόμμα είχε προσεταιριστεί την αλβανική μειονότητα γεγονός που φάνηκε στην κοινή παρουσία αλβανικών και επίσημων σημαιών στις διαδηλώσεις κατά του Γκρουέφσκι και συμφωνεί σε μια μικρή αλλαγή της ονομασίας. Σήμερα και μετά από μια διετία σοβαρής κρίσης η νέα κυβέρνηση συνεργασίας του σοσιαλιστικού με το αλβανικό DUI, και μάλιστα με πρόεδρο του κοινοβουλίου τον οπλαρχηγό του UCK Τζαφέρι, επιδιώκει αλλαγές υπαγορευμένες από τις ΗΠΑ για ομόσπονδο κράτος ενώ ταυτόχρονα επισπεύσθηκαν οι διαδικασίες για την υπόθεση του ονόματος της χώρας. Οι αντιστοιχίες από πλευράς ελλαδικού κράτους είχαν ως αντίδραση τα συλλαλητήρια του 1992 τα οποία απάντησαν στις αλυτρωτικές βλέψεις του πολιτικού συστήματος ενώ σήμερα το ζήτημα θερμαίνεται στη φάση που και οι δυο χώρες ενταγμένες βαθιά στην αμερικανική εξάρτηση πιέζονται για την ένταξη στη στρατιωτική συμμαχία και στην ΕΕ. Τα πρόσφατα συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα έδειξαν μια αμυντική γραμμή παρ’ όλο που εθνικιστικές οργανώσεις ειδικά την περίοδο που η Χρυσή Αβγή έχει χάσει το ρόλο της έδρασαν ανεξέλεγκτα με θύμα την πυρπόληση αναρχικής κατάληψης στη Θεσσαλονίκη. Η περίπτωση της πΓΔΜ είναι επίσης χαρακτηριστική αφού οι αμερικανοί και η ΕΕ υποστηρίζουν ένα εθνικισμό έναντι μιας χώρας που βρίσκεται στη συμμαχία τους ενώ υποδαυλίζουν, έμμεσα έναν άλλο, τον αλβανικό, μέσα στην ίδια τη χώρα που αποτελεί επιρροή τους.
Τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα από την πλευρά της Βουλγαρίας που έχει αναγνωρίσει τη «Μακεδονία» διότι τη διεκδικεί από την ιστορική επιρροή της Σερβίας. Έτσι μικρές κυρίως οργανώσεις βουλγαρικές διεκδικούν κυρίως σε επετείους και ιστορικά συνέδρια τη «Μακεδονία» ως βουλγαρικό έδαφος ενώ κατά καιρούς επεκτατικές κορώνες γίνονται αποδεκτές όπως στην περιπέτεια του 2001 όπου ο πρόεδρος της Βουλγαρίας προθυμοποιήθηκε να στείλει στρατό στην πΓΔΜ για την καταστολή της αλβανικής εξέγερσης. Από την άλλη το φιλορωσικό ΑΤΑΚΑ ήταν ένα ισχυρό κόμμα το οποίο είχε μια ευρωσκεπτικιστική, αντιαμερικανική και σφόδρα αντιτουρκική πολιτική. Αποτελεί ισχυρό πόλο για την καταπίεση της τουρκικής μειονότητας η οποία αριθμεί το 10% του συνολικού πληθυσμού της χώρας και αντιδρά στα τεμένη που χτίζονται με την επιρροή της Τουρκίας. Έχει στρατιωτική αισθητική, αντιτίθεται στην εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων και αντιδρά στις ξένες επενδύσεις στη χώρα. Τέλος ήταν ο μοναδικός παράγοντας που έφερε στην επικαιρότητα τις τουρκικές αποζημιώσεις για τους βούλγαρους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη που εκδιώχθηκαν το 1919. Οι 20 αρχές του κόμματος αυτού αφορούν τον εκβουλγαρισμό της κοινωνίας μέσω της εκπαίδευσης, της οικονομίας και της προώθησης της βουλγαρικής ορθόδοξης παράδοσης. Τη θέση του όμως στις μέρες μας κληρονόμησε μια πλατιά συμμαχία της τάξεως του 10%, της Βουλγαρικής Εθνικής Κίνησης, με ηγέτη τον Καρακατσάνοφ που έγινε υπουργός Αμύνης σε κυβέρνηση συνεργασίας με το κόμμα του Μπορίσοφ. Το κόμμα αυτό πρωταγωνίστησε σε κινήσεις εναντίον των προσφύγων κατά μήκος των συνόρων Τουρκίας-Βουλγαρίας ενώ έδειξε τις δυνάμεις του στα σύνορα και απέναντι σε ψηφοφόρους του φιλοτουρκικού κόμματος απαγορεύοντας τους να ψηφίσουν. Οι αντιλήψεις του Καρακατσάνοφ ο οποίος ίδρυσε το «αυθεντικό» VMRO είναι αντισημιτικές και αλυτρωτικές. Τη διπλανή χώρα, τη θεωρεί βουλγαρικό έδαφος προβάλλοντας την ιστορική συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Δυο ενδεικτικά γεγονότα: Στο Καϊμακτσαλάν η ακόλουθη καταστροφή και η ανέγερση επίσης μνημείου για βούλγαρους πεσόντες σε περίοδο κατοχής της πΓΔΜ από τη Βουλγαρία, είναι το συμβολικό αντίστοιχο των Ιμίων γεγονός. Επίσης πήρε σοβαρές διαστάσεις όταν ο Πούτιν σε πρόσφατες δηλώσεις του μίλησε για τον εκχριστιανισμό και εγγραματισμό των σλάβων που ξεκίνησε από τη «Μακεδονία» την οποία υπερασπίζεται έναντι της βουλγαρικής αποστασίας προς το ΝΑΤΟ.
Αντίστοιχο με τα βουλγαρικά εθνικιστικά κόμματα, είναι αυτό του Βόισλαβ Σέσελι ενός διαβόητου εγκληματία πολέμου, το Σερβικό Ριζοσπαστικό Κόμμα, που έχει μια «ενδογενή», φιλορωσική εθνικιστική αντίληψη και αντιτίθεται δυναμικά στις αποφάσεις της κυβέρνησης για συνεργασία με τις διεθνείς οργανώσεις ΝΑΤΟ, ΕΕ, κλπ. Η θεματολογία του κόμματός του βασίζεται στη διεκδίκηση του Κοσόβου ή του σερβικού τμήματός του, των σερβικών εδαφών από την Κροατία, τη Βοσνία ενώ διατείνεται ότι πρέπει να διωχθεί η αλβανική μειονότητα στο Πρέζεβο. Οι θέσεις του, τις οποίες εξέφρασε στο παρελθόν τόσο ο «αποστάτης» Νίκολιτς όσο και ο «αποστάτης» Μιλόσεβιτς, αντλούν από το παρελθόν των τσέτνικ και από τον σερβικό μεγαλοϊδεατισμό. Οι πρώτες οργανώσεις με στρατιωτικό χαρακτήρα ήταν αυτές των σέρβων στην Κροατία που βασίστηκαν στην αυτοάμυνα από τις διώξεις της κροατικής ανεξαρτησίας, συμπαρατασσόμενοι με τον ομοσπονδιακό στρατό που ήταν υπό την καθοδήγηση της τότε κυβέρνησης της Σερβίας διαπράττοντας φρικτά εγκλήματα. Αργότερα αναπτύχθηκαν παντού παραστρατιωτικές ομάδες οι οποίες άλλοτε συνεργάζονταν κι άλλοτε παρέκαμπταν την επίσημη στρατιωτική αρχή. Δεκάδες οπλαρχηγοί όπως π.χ. ο Αρκάν, ανέπτυξαν ομάδες οι οποίες στην Κροατία και στη Βοσνία διαδραμάτισαν ρόλους προστασίας των σερβικών μειονοτήτων και εξαφάνισης των άλλων. Αντίστοιχα και οι Κροάτες έφτασαν στη δημιουργία ομάδων αυτοάμυνας και επίθεσης στους σέρβους.
Η εθνοκάθαρση στη Σρεμπρένιτσα και στην Κράινα είναι τα δυο σύμβολα αυτών των παράλογων εθνικισμών που ωθήθηκαν εκείνη την περίοδο. Αυτές οι ομάδες αποτέλεσαν το πρώτης τάξεως υλικό για τη μετέπειτα πορεία τους στην πολιτική «ομαλότητα» και στην αποδοχή της νομιμοποίησης των διεκδικήσεων. Για αυτό και ακόμα γιορτάζονται, επίσημα, στην Κροατία γεγονότα μνήμης υπέρ των συνεργατών των ναζί γεγονός που δείχνει τάσεις απορρόφησης εκ μέρους του συστήματος των ιδεολογικών γραμμών της άκρας δεξιάς. Έτσι στην επίσημη σημαία επανήλθε το περιεχόμενο του θυρεού επί κατοχής και ναζιστικής διοίκησης των Ουστάσι, ο ίδιος εθνικός ύμνος της κατοχικής περιόδου της «διοίκησης της Κροατίας» καθώς και οι στολές των Ουστάσι. Τέλος αγιοποιήθηκε ο καρδινάλιος Στέπινατς, γνωστός για την εμπλοκή του στην γενοκτονία των Σέρβων.
Στην πραγματικότητα η πολιτική ηγεσία της Κροατίας με τον Φράνιο Τούτζμαν ήταν αρκετή για την προώθηση εθνικιστικών εξάρσεων που έφτασαν μέχρι και την εθνοκάθαρση των σέρβων της Κράινα. Λογική εθνικισμού επίσης διαπνέει και την ηγεσία της σερβικής δημοκρατίας της Βοσνίας αφού οι ύπατοι αρμοστές πλειοδοτούν υπέρ της κροατομουσουλμανικής κοινότητας. Οι απειλές για δημοψηφίσματα αποσχιστικά στη δημοκρατία της Σρπσκα και ενωτικά με τη Σερβία λαμβάνουν χώρα ακόμα και αυτήν την περίοδο. Μετά τις αμερικανικές βόμβες το καλοκαίρι του 1995, μετά τη συμφωνία του Ντέιτον, η ύπατη αρμοστεία που έχει τον καθοριστικό ρόλο της αρνησικυρίας καθώς και ο διεθνής στρατός καταστολής είναι παράγοντες που ευνοούν κυρίως την ισλαμοκροατικής σύμπνοια μετά από τις απόπειρες του Ιζετμπέγκοβιτς για ένα ισλαμικό κράτος στα Βαλκάνια, υπάρχει η περίπτωση ενεργοποίησης του σερβικού θύλακα. Δεν πάει καιρός που στη Μπάνια Λούκα ο ηγέτης των σερβοβοσνίων Ντόντικ μετά από στρατιωτική παρέλαση δήλωσε πως «Σπρσκα και Σερβία είναι ένα», ενώ ο Πούτιν την ίδια περίοδο δήλωνε εγγυητής της ορθόδοξης κληρονομιάς στο Κοσσυφοπέδιο.
Αντίθετα με τις άλλες περιπτώσεις τα εθνικιστικά κόμματα της Βουλγαρίας και της Σερβίας αντλούν την επιχειρηματολογία τους από την ιστορική αντίσταση τόσο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και από την αντίσταση εναντίον της σύγχρονης Νέας Τάξης, σε κράτη για τα οποία έχει προδιαγραφεί ο ρόλος τους. Από μια άποψη αυτά αποτελούν μεγάλο κίνδυνο αφού όπως και η Χρυσή Αβγή στην Ελλάδα προβάλουν μια αντισυστημική παρουσία παίρνοντας, με το μέρος τους, ένα τμήμα της αντίδρασης και της αγανάκτησης από τις αρνητικές επιδράσεις που έχουν οι επιλογές του νεοφιλελευθερισμού καθώς και τα γεωπολιτικά σχέδια της Δύσης. Αυτές οι συσσωματώσεις αποτελούν και το έδαφος στο οποίο στήνεται η ιδεολογική παρουσία της Ρωσίας ως παράγοντας υποστήριξης στα «καταπιεσμένα έθνη» από τη Δύση. Η κοινή εκκλησιαστική ορθόδοξη παράδοση με την επιθετική της διάσταση είναι αυτή που επίσης ενώνει και τα δυο κινήματα δίνοντας και ταυτοχρόνως ένα περιεχόμενο στη δράση τους.
Στη Ρουμανία μια ξεχωριστή περίπτωση είναι αυτή του κόμματος της Μεγάλης Ρουμανίας. Ο Βάντιμ Τουντόρ, ηγέτης του κόμματος που δεν ζει πια, ήταν υμνητής του Τσαουσέσκου και σήμερα επιζητά την προσάρτηση της Μολδαβίας, φέρεται κατά της τσιγγάνικης κοινότητας καθώς και κατά των ούγγρων που διαμένουν στα ρουμανικά εδάφη και αριθμούν περί του 1.500.000 καθώς η εκλογή Ορμπάν στην Ουγγαρία έχει επιφέρει αναθέρμανση του ουγγρικού ζητήματος στη Ρουμανία. Αντλώντας το ιδεολογικό του οπλοστάσιο από το παρελθόν της «Μεγάλης Ρουμανίας» του βασιλιά Αντωνέσκου και της φάλαγγας του Κοντρεάνου που διαδραμάτισε πολύ σοβαρό ρόλο στην κατοχή ως συνεργάτης, το κόμμα «Μεγάλη Ρουμανία» συντηρεί ένα άσβηστο εθνικισμό και επιθετική ρητορική για τις διπλανές χώρες. Η ανάπτυξη όμως που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια η Ρουμανία με αποτέλεσμα την βελτίωση του επιπέδου ζωής και ιδιαίτερα στις πόλεις έχει περιορίσει την επιρροή του. Όμως η κρίση είναι δομικό στοιχείο και το αβγό του φιδιού γεννάει στις κατάλληλες περιστάσεις. Στις μέρες μας ένας νέος σχηματισμός στη Ρουμανία που ονομάζεται «εθνική δύναμη» αντλεί έμπνευση από το κόμμα της Λεπέν «Εθνικό Μέτωπο» στη Γαλλία, με ηγέτη τον Λαυρέντιο Ρεμπάγκα, ευρωβουλευτή της ομάδας «Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας» στο ΕΚ.
Αντίστοιχα και στην περίπτωση της Δυτικής Θράκης, από ελληνικής πλευράς απέναντι στη συστηματική επέμβαση του τουρκικού προξενείου με τη χρήση σημαιών της «Αυτόνομης Δυτικής Θράκης» και του συστηματικού εκτουρκισμού του μουσουλμανικού στοιχείου των πομάκων και των τσιγγάνων, κυριαρχεί ο λόγος της Χρυσής Αβγής που δυσχεραίνει τις καταστάσεις. Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης είναι χώρος επισκέψεων τόσο της νέο-οθωμανικής νομενκλατούρας όσο κι εθνικιστικών κύκλων όπως του κόμματος των Γκρίζων Λύκων.
Εν ολίγοις τα άλυτα εθνικά ζητήματα εν μέσω πατροναρίσματός τους από τη δυτική αποικιοκρατία, τη ρωσική ηγεμονία και τη νεοθωμανική επέκταση αναθερμαίνονται και ταυτόχρονα κατευνάζονται σε έναν ανταγωνισμό δυνάμεων που υπονομεύουν ή στηρίζουν ξεχωριστά χώρες, συνασπισμούς ή μειονότητες. Απέναντι στη χειραγώγηση των κρατών ή των εξωθεσμικών δυνάμεων, το οριζόντιο κίνημα είτε αρνείται στο όνομα μιας μεταφυσικής επαναστατικής λογικής είτε παρεμβαίνει με έναν ανιστόρητο αντιεθνικισμό επικρίνοντας μονόπλευρα τον κάθε εσωτερικό παράγοντα. Μη έχοντας άλλο εργαλείο εκτός από έναν χωρίς περιεχόμενο αντιεθνικισμό-αντιρατσισμό-αντιφασισμό επενδύει σε κάθε περίσταση στην αντιπαράθεση με κάθε ακραία σοβινιστική φωνή της χώρας του. Η μεταφορά συνθημάτων ενός –όχι πια- πρωτότυπου "διεθνισμού" είναι χαρακτηριστική της εποχής, όπως αυτών που αναγράφηκαν σε τοίχους στο Μοναστήρι (Μπίτολα) της «Μακεδονίας»: Να πεθάνει η Μακεδονία να ζήσουμε εμείς-Η Μακεδονία ανήκει στις αρκούδες της!

Comments

Newswire

Mon 28 May 2018

Syndicate

Syndicate content Features

Syndicate content Newswire